Βαλεντίνο: Ο τελευταίος αυτοκράτορας της υψηλής ραπτικής

 Ο Βαλεντίνο Γκαραβάνι (11/5/1932-19/01/2026), ο άνθρωπος που για μισό αιώνα έντυσε την κοσμική ελίτ, τη λάμψη και την ίδια την ιδέα της La Dolce Vita, πέθανε στα 93 του χρόνια, αφήνοντας πίσω του ένα από τα πιο ανθεκτικά και κομψά labels στην ιστορία της μόδας, αλλά και ένα σύμπαν αισθητικής πειθαρχίας και πολυτέλειας.

Αποκαλούμενος «ο τελευταίος αυτοκράτορας» στο ομώνυμο ντοκιμαντέρ του 2008 και «ο σεΐχης του σικ» από τον Τζον Φέρτσαϊλντ, πρώην αρχισυντάκτη του Women’s Wear Daily, ο Βαλεντίνο ίδρυσε την εταιρεία που έφερε το όνομά του το 1959. Για τα επόμενα πενήντα χρόνια, όχι μόνο έντυσε έναν κόσμο μεγάλων προσωπικοτήτων, αλλά έγινε και ισότιμός τους, με τα δικά του παλάτια, αυλικούς και εκείνη τη χαρακτηριστική απόχρωση κόκκινου που έμοιαζε να λειτουργεί σαν υπογραφή.

«Στην Ιταλία υπάρχει ο Πάπας και υπάρχει ο Βαλεντίνο», είχε πει το 2005 ο Βάλτερ Βελτρόνι, τότε δήμαρχος της Ρώμης. Η δημόσια εικόνα του ήταν άψογα επιμελημένη. Ήταν μονίμως ηλιοκαμένος, με μαλλιά άψογα φορμαρισμένα και ακίνητα, ακολουθούμενος από συνοδεία ανθρώπων και pugs. Πουλούσε -και ζούσε- μια ιδέα υψηλής λάμψης που βοήθησε να οριστεί το ιταλικό στυλ για γενιές.

Η ομορφιά ως στόχος και πολιτική

Η επιχείρησή του γεννήθηκε το 1959, λίγο πριν την εποχή της La Dolce Vita (η ομώνυμη ταινία του Φελίνι), και παρέμεινε αταλάντευτα πιστός σε αυτό το ιδανικό. «Πάντα αναζητώ την ομορφιά», συνήθιζε να λέει. Η ομορφιά ήταν για εκείνον στόχος και πολιτική. Το δημιουργικό του μανιφέστο ήταν απλό, ιδίως σε μια βιομηχανία που λατρεύει τις θεωρίες και τα μεγάλα λόγια. «Είναι πολύ, πολύ απλό», είχε πει στους New York Times το 2007. «Προσπαθώ να κάνω τα κορίτσια μου να δείχνουν εντυπωσιακά». Τον ενδιέφερε η γυναίκα να μπαίνει στο δωμάτιο και να το μεταμορφώνει.

Αυτό ακριβώς έκανε για μερικές από τις πιο εμβληματικές εμφανίσεις του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα. Δημιούργησε το κρεμ δαντελένιο φόρεμα που φόρεσε η Τζάκι Κένεντι στον γάμο της με τον Αριστοτέλη Ωνάση το 1968. Το κοστούμι με γιακά από ζιμπελίνα που φόρεσε η Φαράχ Παχλαβί όταν διέφυγε από το Ιράν μετά την ανατροπή του σάχη το 1979. Το φόρεμα που φόρεσε η Μπερναντέτ Σιράκ όταν ο Ζακ Σιράκ ορκίστηκε πρόεδρος της Γαλλίας το 1995.

Στον κόσμο της κινηματογραφικής λάμψης, σχεδίασε το ντραπέ φόρεμα με φτερωτό τελείωμα της Ελίζαμπεθ Τέιλορ στην πρεμιέρα του «Σπάρτακου» στη Ρώμη το 1961, το ασπρόμαυρο φόρεμα της Τζούλια Ρόμπερτς στα Όσκαρ του 2001 και το κίτρινο μεταξωτό φόρεμα με τον ένα ώμο της Κέιτ Μπλάνσετ όταν κέρδισε το Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου το 2005.

Στη διαδικασία αυτή, ο ίδιος και ο επιχειρηματικός του εταίρος και στενότερος συνεργάτης, Τζανκάρλο Τζαμέτι εξασφάλισαν στην ιταλική μόδα μια θέση στον κύκλο των παρισινών ατελιέ υψηλής ραπτικής, ανοίγοντας τον δρόμο για οίκους όπως ο Αρμάνι και ο Βερσάτσε. Έχτισαν μια περιουσία μέσω αδειοδοτήσεων και έγιναν το πρώτο brand σχεδιαστή που εισήχθη στο χρηματιστήριο του Μιλάνου.

Κάποιοι άνθρωποι δουλεύουν τόσο σκληρά που είναι «βασανισμένοι», όπως το έθετε ο ίδιος σε μια συλλεκτική προφορική ιστορία της ζωής του, βάρους 9 κιλών, που εξέδωσε η Taschen το 2007. «Εγώ δεν είμαι βασανισμένος. Λυπάμαι. Δεν υποφέρω. Θέλω να είμαι χαρούμενος όταν σχεδιάζω ένα φόρεμα».

«Έθεσε το βαρόμετρο της πολυτέλειας», σχολίασε ο Ρεϊνάλντο Χερέρα, σύζυγος της σχεδιάστριας Καρολίνα Χερέρα και φίλος του Βαλεντίνο, στην προφορική ιστορία.

Σχεδιάζοντας μια ζωή

Ο Βαλεντίνο Κλεμέντε Λουντοβίκο Γκαραβάνι γεννήθηκε στις 11 Μαΐου 1932 στη Βογκέρα, μια μικρή πόλη νότια του Μιλάνου, από την Τερέζα και τον Μάουρο Γκαραβάνι. Ο πατέρας του είχε επιχείρηση με ηλεκτρολογικά υλικά. Η αισθητική του κλίση φάνηκε από νωρίς. Ως παιδί ζητούσε δικά του μαχαιροπίρουνα και σερβίτσια, ως έφηβος ζητούσε τα πουλόβερ του να είναι κατόπιν παραγγελίας για να επιλέγει χρώματα και σχέδια κι άλλαζε τα κουμπιά στα σακάκια του. Αποφάσισε να γίνει σχεδιαστής όταν είδε το μιούζικαλ Ziegfeld Girl (1941), αν και δεν το αποκάλυψε στους γονείς του μέχρι τα 17 του.

Σπούδασε μόδα στο Μιλάνο και έξι μήνες αργότερα μετακόμισε στο Παρίσι για να φοιτήσει στην Σχολή Υψηλής Ραπτικής του Παρισιού. «Έφυγα ανήμερα των Θεοφανείων το 1950, με την οικογένειά μου πεπεισμένη ότι το Παρίσι σήμαινε κόλαση και καταδίκη», είχε πει σε ομιλία του το 2015 στη γενέτειρά του. Μετά την αποφοίτησή του, εργάστηκε στον Ζαν Ντεσές και αργότερα στον Γκι Λαρός, πριν επιστρέψει στη Ρώμη για να ανοίξει το δικό του ατελιέ, στη Via dei Condotti, χρηματοδοτούμενο από τον πατέρα του και φίλους.

Η Τζάκι και η κόκκινη «υπογραφή»

Η συνάντηση με τον Τζανκάρλο Τζαμέτι, σε ένα γεμάτο εστιατόριο στη Via Veneto το 1960, θα άλλαζε τη ζωή του. Έγιναν φίλοι, για ένα διάστημα σύντροφοι, και ο Τζαμέτι εγκατέλειψε τις σπουδές αρχιτεκτονικής για να μπει στην επιχείρηση, αποτρέποντας μια πρόωρη χρεοκοπία και χτίζοντας τον δρόμο προς την παγκόσμια επιτυχία. Ο ίδιος ο Βαλεντίνο το είχε περιγράψει ωμά: «Δεν ασχολήθηκα ποτέ με καμία δουλειά στη ζωή μου». Αυτό ήταν -και παρέμεινε- αρμοδιότητα του Τζαμέτι. Ο Βαλεντίνο επικεντρωνόταν στο ύφος του: «Όμορφα φορέματα για κοκτέιλ πάρτι. Λαμπερές βραδινές τουαλέτες. Μικροσκοπικά κόκκινα φορέματα. Λαμπερά. Λαμπερά. Λαμπερά».

Και κάπου εκεί εμφανίζεται το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολό του, το κόκκινο. Από το 1959, το κόκκινο φόρεμα έγινε το σημείο στίξης στο τέλος κάθε συλλογής, εμπνευσμένο την πρεμιέρα της «Κάρμεν» στη Βαρκελώνη. «Το κόκκινο θα είναι το τυχερό μου χρώμα», είχε αποφασίσει. Και το είχε εξηγήσει ως «ένα ανεξίτηλο σημάδι, ένα λογότυπο, ένα εμβληματικό στοιχείο της υπογραφής του, μια αξία».

Η μεγάλη τομή ήρθε το 1962, όταν προσκλήθηκε να παρουσιάσει τη συλλογή του στο Παλάτι Pitti της Φλωρεντίας, τότε επίκεντρο της ιταλικής μόδας. Από εκείνη τη στιγμή έγινε αγαπημένος των κοσμικών κύκλων και, το 1964, γνώρισε την Τζάκι Κένεντι, της οποίας η στήριξη αποδείχθηκε καταλυτική για τη διεθνή του καθιέρωση. Το 1968 παρουσίασε μια κατάλευκη συλλογή που προκάλεσε έντονη αίσθηση και συζητήθηκε ευρέως στον κόσμο της μόδας. Το 1975 μετέφερε τις επιδείξεις του prêt-à-porter στο Παρίσι, ενώ το 1978 κυκλοφόρησε το πρώτο του άρωμα με το όνομα «Valentino». Μέχρι την επόμενη χρονιά, είχε ήδη ξεκινήσει τη συστηματική παραχώρηση του ονόματός του για αξεσουάρ όπως τσάντες, ομπρέλες και μαντίλια – ένα δίκτυο αδειών που στο απόγειό του έφτασε τις 42, όπως έχει αναφέρει ο Τζανκάρλο Τζαμέτι. Το 1984 η ιταλική ολυμπιακή ομάδα εμφανίστηκε με δημιουργίες Βαλεντίνο στους Αγώνες του Λος Άντζελες και, έναν χρόνο αργότερα, ο πρόεδρος Σάντρο Περτίνι τον ανακήρυξε Μεγάλο Αξιωματικό του Τάγματος Αξίας της Ιταλικής Δημοκρατίας.

Στη δεκαετία του 1990, όταν το grunge και ο μινιμαλισμός άρχισαν να κυριαρχούν στη μόδα, ο Βαλεντίνο επέλεξε συνειδητά να μην ακολουθήσει τη στροφή των καιρών και παρέμεινε πιστός στη δική του αισθητική. «Δεν μπορώ να βλέπω γυναίκες κατεστραμμένες, αχτένιστες ή παράξενες», είχε πει στο Vanity Fair το 2004. Ένας άνθρωπος από τον στενό του κύκλο, ο σύντροφός του από το 1982 Μπρους Χούκσεμα, περιέγραψε αυτή τη στάση με ακρίβεια: «Έχει την ικανότητα να δημιουργεί έναν κόσμο γύρω του και να επιτρέπει την είσοδο μόνο σε ό,τι ο ίδιος επιλέγει. Αν προκύψει ένα πρόβλημα, απλώς το αγνοεί, σαν να μην υπάρχει». Και πρόσθεσε: «Χτίζει ένα περιβάλλον όπου όλα είναι τέλεια – κάτι που χρειάζεται για να μπορεί να παραμένει δημιουργικός».

«Το 1998, ο Βαλεντίνο και ο Τζανκάρλο Τζαμέτι πούλησαν την εταιρεία τους στον όμιλο HdP έναντι περίπου 300 εκατομμυρίων δολαρίων. Ακολούθησε μια περίοδος διαδοχικών αλλαγών στην ιδιοκτησία, μέχρι που το 2007 το επενδυτικό fund Permira απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο. Την ίδια περίοδο οργανώθηκε και ο εντυπωσιακός εορτασμός για τα 45 χρόνια του οίκου Valentino: ένα δείπνο στον Ναό της Αφροδίτης και της Ρώμης με φόντο το Κολοσσαίο, λουσμένο σε κόκκινο και χρυσό φως, επίδειξη μόδας σε ιστορικό χώρο κοντά στο Βατικανό, ακολουθούμενη από δείπνο για χίλιους καλεσμένους στη Galleria Borghese και μια μεγάλη αναδρομική έκθεση του έργου του στο Ara Pacis. Ήταν μια γιορτή τόσο στενά δεμένη με τη συμβολική και ιστορική κληρονομιά της Ρώμης ώστε, όπως σχολίασε ο Τζιαμέτι, υπαινισσόταν ότι ο Γκαραβάνι είχε πλέον ξεπεράσει τα όρια της μόδας και είχε μετατραπεί σε μια μορφή “κρατικής δύναμης”».

Έξι μήνες μετά την τελευταία του επίδειξη υψηλής ραπτικής, αποσύρθηκε. «Έχω κάνει αρκετά», είπε. «Δεν ήθελα να είμαι μέρος ενός συστήματος που δεν αφορά τόσο το σχέδιο όσο τη διαχείριση εταιρειών… Γιατί να το περάσω αυτό; Είχα τα πάντα στη ζωή μου».

Η πολυτέλεια ως στάση ζωής

Αυτό το «όλα» αποτυπώθηκε στο ντοκιμαντέρ του 2008, το οποίο -μαζί με τον Τζαμέτι- τον παρουσίασε ως ποπ πολιτιστικό φαινόμενο. «Γιοτ, σπίτια, πίνακες, δεξιώσεις, κάστρα – κανένας άλλος σχεδιαστής δεν ζει έτσι», είχε πει ο Τζον Φέρτσαϊλντ. «Ο Βαλεντίνο είναι μια κατηγορία από μόνος του· είναι από εκείνους που ξεπερνούν τον χρόνο και τις αλλαγές της μόδας». Την κλίμακα αυτής της ζωής αποτύπωνε και η καθημερινότητά του.

Ακόμη και μετά την αποχώρησή του από το label, ο Βαλεντίνο συνέχισε να δημιουργεί μοναδικά νυφικά για γυναίκες όπως η Αν Χάθαγουεϊ και η πριγκίπισσα Μαντλέν της Σουηδίας. Πειραματίστηκε με την όπερα σχεδιάζοντας τα κοστούμια για μια παραγωγή της «La Traviata» στη Ρώμη το 2016 και αυτοπαρουσιάστηκε ως ένας γοητευτικός γκουρού, εκδίδοντας ένα βιβλίο μαγειρικής/coffee table με μενού και στρωσίματα τραπεζιών προσαρμοσμένα για τα πέντε σπίτια του ανά τον κόσμο (και για το γιοτ του).

Στα τελευταία του χρόνια, όταν είχε πλέον περιορίσει τις δημόσιες εμφανίσεις του συνέχιζε να δίνει το παρών στις επιδείξεις υψηλής ραπτικής και prêt-à-porter, καθισμένος στην πρώτη σειρά, χαμογελώντας με τη βεβαιότητα ενός ανθρώπου που είχε ήδη ολοκληρώσει τον κύκλο του. Πριν αποσυρθεί οριστικά από το προσκήνιο, είχε αφήσει μια φράση-επιτύμβιο: «Ελπίζω να με θυμούνται ως έναν άνθρωπο που επεδίωξε την ομορφιά όπου κι αν μπορούσε». Για τον Βαλεντίνο, η ομορφιά αποτελούσε εργαλείο εξουσίας και την ασκούσε με τη σιγουριά και τη λάμψη ενός ανθρώπου που γνώριζε πως είχε κατακτήσει το δικό του βασίλειο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου